Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΒΑΡΙΕΤΑΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΘΛΙΒΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΚΛΙΑΦΑ ΜΑΡΟΥΛΑ



ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο βιβλίο παρουσιάζεται η ιστορία μιας οικογένειας τσιγγάνων που ζουν σε έναν καταυλισμό στις παρυφές της πόλης των Τρικάλων τη δεκαετία του ΄80. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που έχει τον τίτλο : «Εκείνο που θυμάμαι», παρακολουθούμε τη ζωή της οικογένειας μέσα από την αφήγηση της μικρής κόρης, της Ελπίδας ή Σοκολατένιας, όπως την αποκαλεί ο πατέρας της. Η ιστορία ξεκινάει μια Κυριακή με λιακάδα όπου η ηρωίδα περνάει ευτυχισμένες στιγμές με την οικογένειά της. Ο δυνατός ήλιος μοιάζει να σκεπάζει τα προβλήματά τους, τον αλκοολισμό του πατέρα, την έλλειψη φαγητού και ζεστασιάς. Η μάνα τραγουδάει, και τα αγόρια παίζουν. Η Σοκολατένια είναι χαρούμενη με το καινούριο κόκκινο φουστάνι κι έτσι ευτυχισμένη αποκοιμιέται.
Στη συνέχεια, η ηρωίδα περιγράφει τις εμπειρίες της από την επαφή με τους κατοίκους της πόλης και τονίζει τη ρατσιστική συμπεριφορά τους που απέκλειε κάθε επικοινωνία μαζί τους. Αναφέρεται στις προσβολές που δέχονται, καθώς οι έμποροι τους διώχνουν από τα μαγαζιά τους, όταν πάνε να ψωνίσουν, τα παιδία της γειτονιάς δεν καταδέχονται να παίξουν μαζί και οι ένοικοι των πολυκατοικιών δεν ανέχονται να συγκατοικούν με τα νιόπαντρα ζευγάρια τσιγγάνων. Μιλά για τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειάς της. Όλοι μαζί αναγκάζονται να μετακινούνται συνεχώς για να πουλήσουν πατάτες, ενώ τα παιδιά καθαρίζουν τζάμια αυτοκινήτων και ζητιανεύουν. Θεωρούνται οι πρώτοι ύποπτοι για όποια παρανομία συμβαίνει στην πόλη γι αυτό συχνά δέχονται εφόδους από τους αστυνομικούς που τους εξευτελίζουν. «Εμείς οι τσιγγάνοι πληρώνουμε πάντα τα σπασμένα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Δεν έλειπαν όμως από τον καταυλισμό τους και πολλοί που ζούσαν κάνοντας παρανομίες. Μια μέρα δέχτηκαν τη επίσκεψη μιας συγγραφέως που τους φωτογράφισε για να φτιάξει ένα βιβλίο για τους τσιγγάνους. Όλοι έβαλαν τα καλά τους και έστησαν γιορτή γύρω της.
Η ηρωίδα μας νοιώθει πολύ χαρούμενη όταν επιτέλους θα πάει σχολείο. Στηρίζει σ’ αυτό όλα τα όνειρά της για μια καλύτερη ζωή.!! Βέβαια θα επιθυμούσε να υπάρχει αλφαβητάρι στη γλώσσα τους, αλλά αφού είναι και Ελληνίδα, με χαρά θα μάθει ελληνικά.: «… Θα ζήσω καλύτερες μέρες, θα μάθω γράμματα κι ύστερα άμα μεγαλώσω θα παντρευτώ το Σταύρο.. Θα έρθει κι αυτός στο σχολείο για να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων. Θα αγοράσουμε τροχόσπιτο –κανείς άλλος στο μαχαλά δεν έχει τροχόσπιτο… Θα πηγαίνουμε στα πανηγύρια, στις γιορτές. Και κανείς δε θα μπορεί να μας διώξει. Ούτε η αστυνομία. Γιατί εμείς θα ξέρουμε γράμματα. Και άμα ξέρεις γράμματα οι άλλοι σε λογαριάζουν..». Όμως το σχολείο δε σεβόταν τις ιδιαιτερότητες των τσιγγάνων και την παράδοσή τους. Η δασκάλα τους προέτρεψε να πάψουν να μιλάνε μεταξύ τους τσιγγάνικα για να βελτιώσουν το λεξιλόγιό τους στα ελληνικά. Απέκλειαν τα κορίτσια από τη γυμναστική, επειδή φορούσαν μακριά τσιγγάνικα φορέματα, αλλά τα κορίτσια δε θα αισθάνονταν τσιγγάνες, αν φορούσαν παντελόνια. Στο μάθημα έπρεπε να μένουν ακίνητοι κι αμίλητοι να γράφουν, να διαβάζουν, ενώ τα παιδιά της φυλής των τσιγγάνων είχαν συνηθίσει να κινούνται και να παίζουν συνεχώς. Γι αυτό και το διάλειμμα της άρεσε περισσότερο. Χορούς μάθαιναν τους ελληνικούς παραδοσιακούς και όχι τους τσιγγάνικους που τόσο αγαπούσε και χόρευε. Ωστόσο ήταν πολλή καλή στη Γλώσσα και ιδίως στο «σκέφτομαι και γράφω». Γρήγορα όμως, ο αγαπημένος της ο Σταύρος που ήταν ο καλύτερος στα μαθηματικά εγκατέλειψε το σχολείο, γιατί έπρεπε να βοηθήσει τον πατέρα του, που ήταν παλιατζής και γύριζε με το κάρο σε όλες τις συνοικίες για να ζήσει την οικογένειά του. Φαίνεται πως κι εκείνη σύντομα θα διακόψει το σχολείο. Τα όνειρά της είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν. Δεν μπορεί να σταματήσει τη ζητιανιά και τα αδέλφια το πλύσιμο των τζαμιών, γιατί ο μπαμπάς δε δουλεύει, είναι μέθυσος και δε θα μπορέσουν διαφορετικά να ζήσουν. Επιπλέον, οι κάτοικοι της γειτονικής πόλης θέλουν να τους διώξουν γιατί τους θεωρούν αίτιους για ό, τι κακό συμβαίνει στην πόλη τους.
Μοναδικό της καταφύγιο είναι οι ιστορίες που επινοεί όταν μένει μόνη της ή τις βλέπει στο όνειρό της. Οι ιστορίες αυτές άλλες φορές είναι χαρούμενες και κρύβουν τις ελπίδες της για μια καλύτερη ζωή, που δυστυχώς τις περισσότερες φορές διαψεύδονται κι άλλες φορές μιλάνε για το φόβο που νοιώθει καθώς την καταδιώκουν οι άνθρωποι που δεν είναι της φυλής της.
Ένα όνειρό της ή κομμάτια από όνειρά της ήταν και η ιστορία που μας διηγήθηκε; Όπως ομολογεί η ηρωίδα, η Ελπίδα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου απευθυνόμενη προς τη συγγραφέα δημιουργό της : «Αυτή η ιστορία έτσι όπως εξελίχθηκε είναι θλιβερή . Και να το ξέρεις, ο κόσμος βαριέται να διαβάζει θλιβερές ιστορίες»..
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «κάτι τρέχει στα γύφτικα» η συγγραφέας που συναντήσαμε στην πρώτη ιστορία και συγγραφέας της ιστορίας του πρώτου μέρους, αφηγείται γεγονότα και συμβάντα από τη ζωή του καταυλισμού των τσιγγάνων κοντά στα Τρίκαλα, κάνοντας ένα ρεπορτάζ που συνοδεύεται και από φωτογραφίες. Αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου της έδωσαν δημοσιεύματα του τοπικού τύπου, όπου οι αγανακτισμένοι περίοικοι του καταυλισμού απαιτούσαν την άμεση απομάκρυνση των τσιγγάνων από την περιοχή τους. Το μόνο που ήξερε για τους τσιγγάνους μέχρι τότε ήταν ιστορίες για κακές γύφτισσες που παίρνουν τα παιδιά και γύφτους που σκοτώνουν, ιστορίες που ενίσχυαν τις προκαταλήψεις της εναντίον τους. Για να μάθει περισσότερα γι αυτούς επισκέφθηκε τον καταυλισμό που ήταν πρόχειρα φτιαγμένος . Εκεί γνώρισε από κοντά τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, με τις παράγκες φτιαγμένες από χοντρό νάυλον να στάζουν με την πρώτη βροχή, χωρίς νερό, χωρίς αποχετεύσεις και τουαλέτες. Παρόλο που δεν υπήρχε ηλεκτρικό οι τσιγγάνοι είχαν αγοράσει γεννήτριες για βλέπουν στην τηλεόραση τη «Δυναστεία» και το «Ντάλας». Αν και ήταν αναλφάβητοι και δεν καταλάβαιναν το περιεχόμενο των ιστοριών, γοητεύονταν από αυτές τις σειρές. Απολάμβαναν τη χλιδή, την πολυτέλεια των άλλων. Και τα παιδιά έβλεπαν μανιωδώς διαφημίσεις. Οι περισσότεροι τσιγγάνοι ασχολούνταν με το εμπόριο. Ελάχιστοι έπλεκαν ακόμα καλάθια. Την προσοχή της τράβηξε ένας αρκουδιάρης που είχε κληρονομήσει την αρκούδα από τον πατέρα του και παρόλο που δεν έβγαζε πια πολλά χρήματα από το επάγγελμα αυτό επέμενε να κάνει αυτή τη δουλεία για να μην εγκαταλείψει την αρκούδα. Οι τσιγγάνοι, αν και δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι, δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο μυστήριο της βάφτισης αν και δύσκολα βρίσκουν κουμπάρους. Καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνά της φτιάχτηκε και σχολείο για τους τσιγγάνους μέσα στον καταυλισμό. Το σχολείο ήταν μια προχειροφτιαγμένη παράγκα και η δασκάλα έπρεπε να διδάξει πρώτα απ’ όλα στα παιδιά κανόνες υγιεινής… Τα παιδιά παρουσίαζαν αργή αλλά σταθερή πρόοδο και κατάφεραν μάλιστα να οργανώσουν και γιορτή για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Όλοι, γονείς και μαθητές άρχισαν να κάνουν όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον. Όμως στη γειτονική πόλη η αντίδραση των ντόπιων εναντίον των τσιγγάνων φούντωνε, και το δημοτικό συμβούλιο πήρε την απόφαση να τους διώξει από τον καταυλισμό «με την ελπίδα ότι θα δυναμώσει τον αγώνα των τσιγγάνων με στόχο την οριστική λύση του προβλήματός τους..» Την παραμονή της οριστικής αναχώρησής τους από τον καταυλισμό κάποιοι βάνδαλοι γκρέμισαν με τσεκουριές το σχολείο. Ο βανδαλισμός όμως του τσιγγάνικου σχολείου δεν απασχόλησε κανέναν.

ΘΕΜΑΤΑ

Τα θέματα που θίγονται στο βιβλίο είναι ο ρατσισμός απέναντι στους τσιγγάνους, τα έθιμα και ο τρόπος ζωής των τσιγγάνων, η εκπαίδευση των τσιγγάνων.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ

Η αφήγηση του πρώτου μέρους γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από την πλευρά μιας μικρής τσιγγάνας. Έχει μερικές φορές τη μορφή εσωτερικού μονολόγου ή σκέψεων με φανταστικό αποδέκτη κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, ενώ το δεύτερο μέρος είναι ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ για τη ζωή των τσιγγάνων του καταυλισμού κοντά στα Τρίκαλα τη δεκαετία του 80 διανθισμένο από σχόλια της συγγραφέως. Ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα σε όσα καταγράφονται αντικειμενικά στο δημοσιογραφικό κείμενο του δεύτερου μέρους και σε όσα αφηγείται μέσα από τη δική της οπτική η μικρή τσιγγάνα του πρώτου μέρους. Ακόμα αξίζει να αναφερθεί ότι είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τον τρόπο συγγραφής ενός βιβλίου καθώς η συγγραφέας κάνει διάλογο με την ηρωίδα του πρώτου μέρους που είναι κατασκεύασμά της αλλά και ταυτόχρονα αυτόνομο πρόσωπο πια από τη στιγμή που γράφτηκε η ιστορία.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ

Στο αφήγημα του πρώτου μέρους ο/το ξένος/ο παίρνει τη μορφή των τσιγγάνων. Οι τσιγγάνοι μας καλούν να σεβαστούμε τη διαφορετικότητά τους . Δεν επιζητούν την ελεημοσύνη μας. Θέλουν να τους βοηθήσουμε να λύσουν τα προβλήματά τους, να ζήσουν με τις ανέσεις του σύγχρονου τρόπου ζωής, χωρίς όμως να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τα ήθη και τα έθιμά τους. Επιθυμούν να ενταχθούν στην κοινωνία μας διατηρώντας όμως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Δεν θέλουν να είναι οι αναλφάβητοι ταπεινοί ζητιάνοι, θέλουν να τους βοηθήσουμε να μορφωθούν και να έχουν αξιοπρεπείς δουλειές. Είναι Έλληνες. Όμοιοι με μας, αλλά και διαφορετικοί.

1 σχόλιο:

  1. Μεγάλη τιμή για την εφηβική Λέσχη Ανάγνωσης του 7ου Γυμνασίου Ρόδου ήταν το τηλεφώνημα που δεχθήκαμε σήμερα το απόγευμα (24/9/2011)από την κα Μαρούλα Κλιάφα. Μας ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον μας για τα βιβλία της και υποσχέθηκε πως θα στείλει το καινούριο βιβλίο της στη Λέσχη Ανάγνωσης του σχολείου μας. Το περιμένουμε με αντυπομονησία!! Την ευχαριστούμε για τα υπέροχα βιβλία της!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή